Η Ελληνική Αγορά Ηλιακών Συστημάτων

Η διάδοση των ηλιακών συστημάτων στην Ελλάδα ξεκίνησε το 1974. Η χώρα μας είναι μέσα στη ομάδα που προηγείται τόσο σε Ευρωπαϊκό όσο και σε Παγκόσμιο επίπεδο. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα . Τα Ελληνικά προϊόντα είναι συνήθως μέσα στις πρώτες επιλογές σε όλες σχεδόν τις αγορές. Οι Έλληνες κατασκευαστές έχουν βελτώσει τόσο την απόδοση όσο και την αξιοπιστία που πιστοποιείται και από τα αποτελέσματα δοκιμών κατά EN και τα πιστοποιητικά κατά SolarKeymark που διαθέτουν.

Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν 2,8 GWth εγκατεστημένης ισχύος. Τα περισσότερα συστήματα είναι ηλιακοί θερμοσίφωνες που αποτρέπουν την εκπομπή 2 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα κάθε χρόνο. Η βιομηχανία του κλάδου έχει ετήσιο κύκλο εργασιών της τάξης των 300 εκατομμυρίων ΕΥΡΩ και εξασφαλίζει 3500 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης.

Μελλοντική Ανάπτυξη και Δυνητική Αγορά

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να αυξήσουν το μερίδιο των ΑΠΕ σε 20% έως το 2020. Καθώς η θερμότητα αποτελεί το 50% περίπου της τελικής χρήσης ενέργειας στην Ευρώπη, σημαίνει ότι το μερίδιο της θερμότητας από ΑΠΕ (Βιομάζα, Γεωθερμία, Ηλιακή Ενέργεια) πρέπει να αναπτυχθεί ιδιαίτερα για να συμβάλλει στην επίτευξη του στόχου. Καθώς η βαθιά γεωθερμία περιορίζεται σε κάποιες θέσεις και η αβαθής γεωθερμία αποτελεί τεχνολογία ενεργειακής αποδοτικότητας, η βιομάζα πρέπει επίσης να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή βιοκαυσίμων, ηλεκτροπαραγωγή και εφαρμογές μέσων και υψηλών θερμοκρασιών, γίνεται φανερό ότι τα ηλιακά θερμικά συστήματα πρέπει να έχουν μεγάλη συμμετοχή στη θερμότητα χαμηλών θερμοκρασιών.

Με πρωτοβουλία της ESTIF ολοκληρώθηκε μια μελέτη για το μακροχρόνια δυνητική αγορά ηλιακής ενέργειας. Η εργασία βασίσθηκε στη λεπτομερή μελέτη πέντε αντιπροσωπευτικών Ευρωπαϊκών αγορών και την εφαρμογή των ευρημάτων και στις υπόλοιπες. Αξιολογήθηκαν τόσο οι τεχνολογικές όσο και οι οικονομικές δυνατότητες των διάφορων εφαρμογών.

Για να καθορισθεί το ποσοστό συμμετοχής των ηλιακών θερμικών στη ζήτηση για θερμότητα στις επιλεγμένες χώρες αναφοράς, χρησιμοποιήθηκε ένα μοντέλο για τη μελλοντική ζήτηση ενέργειας, παίρνοντας υπόψη και τα μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας βάση αυτό το μοντέλο υπολογίσθηκαν οι ανάγκες για θερμότητα και ψύξη για τα έτη 2020,2030 και 2050. Το μοντέλο περιλαμβάνει τρία σενάρια και είναι επικεντρωμένο στους ακόλουθους τομείς:

  • Θέρμανση χώρου κατοικιών
  • Ζεστό νερό οικιακού τομέα
  • Θέρμανση χώρου σε επαγγελματικά κτίρια
  • Θερμότητα χαμηλών θερμοκρασιών για βιομηχανική χρήση (<250°C)
  • Κλιματισμός και ψύξη στον οικιακό τομέα και στο τομέα των υπηρεσιών

Τα τρία σενάρια ήταν Συνέχιση της παρούσας κατάστασης(BAU), - Ανάπτυξη Αγοράς και Δυναμικής προώθησης (AMD) που περιλαμβάνει μηχανισμούς οικονομικής και πολιτικής υποστήριξης όπως επιδοτήσεις και υποχρεώσεις εφαρμογής και βελτιωμένες δράσεις ανάπτυξης- Σενάριο πλήρους αξιοποίησης Πολιτικής και Έρευνας και Ανάπτυξης(RDP), που περιλαμβάνει σημαντικούς οικονομικές και πολιτικές στήριξης τόσο της αγοράς όσο και της έρευνας και ανάπτυξης.

Η συμμετοχή των Ηλιακών θερμικών στο στόχο του 20%, υποθέτοντας μείωση 9% της συνολικής καταναλισκόμενης ενέργειας λόγω εφαρμογής μέτρων εξοικονόμησης έως το 2020 σε σχέση με το 2006, θα ήταν 6,3% με βάση το RDP σενάριο και 2.4% με βάση το λιγότερο αισιόδοξο σενάριο AMD.

Σε σχέση με το συνολικό στόχο του 11,5% αύξηση από όλες τις ΑΠΕ (8,5% το μερίδιο των ΑΠΕ το τέλος του 2005) η συνεισφορά των ηλιακών θερμικών θα ήταν 12% με βάση το RDP σενάριο, 4.5% με βάση το AMD και μόλις 2.9% με βάση το BAU σενάριο.

Αν επιτευχθεί ο στόχος του δυναμικού σεναρίου RDP προβλέπεται μέση ετήσια αύξηση της Ευρωπαϊκής αγορά κατά 26% όταν για το AMD προβλέπεται 15% και για το BAU 7% αύξηση έως το 2020. Αυτό σημαίνει ότι το πεδίο των εγκατεστημένων ηλιακών συλλεκτών θα είναι μεταξύ των 97 εκατομμυρίων (BAU) ως 388 εκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων (RDP). Η αντίστοιχη ισχύς είναι από 67.9 GWth έως 271.6 GWth.

Οικονομικές συνέπειες

Σύμφωνα με το RDP το αναμενόμενο αποτέλεσμα στο τομέα της απασχόλησης θα είναι σημαντικό. Συνολικά 450.000 θέσεις εργασίας θα σχετίζονται με τον κλάδο της ηλιακής θερμότητας μέχρι το 2020. Και αυτός ο αριθμός αφορά μόνο την εσωτερική αγορά της Ευρώπης. Η συνολική επένδυση που απαιτείται για να επιτευχθεί αυτό το σενάριο υπολογίζεται σε 214 δισεκατομμύρια ΕΥΡΩ. Αυτό περιλαμβάνει τη παραγωγή σχεδιασμό και εγκατάσταση των ηλιακών θερμικών συστημάτων που θα εγκατασταθούν από το 2006 έως το 2020.

Η ενέργεια που θα αποδίδεται το 2020 υπολογίζεται σε 155 TWh . Αυτό αντιστοιχεί σε 22 δισεκατομμύρια ΤΟΕ. Η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τα ηλιακά συστήματα θα είναι 69 εκατομμύρια τόνοι.

Μέχρι το 2050 η συμμετοχή των θερμικών ηλιακών συστημάτων θα φτάσει έως το 47% με βάση το RDP ή μόλις 8% με βάση το BAU σενάριο και θα αντιστοιχούν 8 ή 2 τετραγωνικά μέτρα συλλέκτη ανά κάτοικο αντίστοιχα.

Για να επιτευχθεί η σημαντική συνεισφορά των θερμικών ηλιακών στην καταναλισκόμενη ενέργεια για θερμότητα και ψύξη, πρέπει να στοχεύσουμε στη διάδοση των συστημάτων για ηλιακή θέρμανση στις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης και σε συστήματα που συνδυάζουν θέρμανση-ζεστό νερό και κλιματισμό για τις χώρες της Μεσογείου.

Αν τα συστήματα μείνουν επικεντρωμένα στη παραγωγή ζεστού νερού χρήσης τότε η αγορά θα περιοριστεί καθώς μέχρι το 2030 θα καλυφθεί η δυνητική αγορά και οι πωλήσεις θα αφορούν κυρίως αντικαταστάσεις παλαιών συστημάτων.

Ένας άλλος σημαντικός τομέας ανάπτυξης είναι η θερμότητα χαμηλών θερμοκρασιών για τη βιομηχανία.